Ημ/νια δημοσίευσης: Πέμπτη, 07 Σεπτεμβρίου 2017

Γερμανία: η πορεία προς τις εκλογές

Λίγες εβδομάδες πριν την διεξαγωγή των γερμανικών εκλογών στις 24 Σεπτεμβρίου, το αποτέλεσμα δείχνει προδιαγεγραμμένο. Τόσο η νίκη των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), που δείχνει σίγουρη, όσο και η απόσταση που χωρίζει το κυβερνόν κόμμα από τους δεύτερους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), που δεν δείχνει να μπορεί να ανατραπεί, συνθέτουν πλαίσιο κάθε άλλο παρά αμφίρροπης. Αν, λοιπόν, και το ενδιαφέρον εστιάζεται πλέον στην επόμενη μέρα και τους εν δυνάμει κυβερνητικούς σχηματισμούς, μία συνολική αποτίμηση της δημοσκοπικής πορείας των δύο βασικών διεκδικητών της εξουσίας σε συνδυασμό με κομβικά γεγονότα των τελευταίων μηνών μπορεί να οδηγήσει σε χρήσιμα συμπεράσματα.

Στη σκιά της προσφυγικής κρίσης τον Μάρτιο του 2016, το κόμμα της Άγκελα Μέρκελ ηττήθηκε στις τοπικές εκλογές της Βάδης Βιττεμβέργης, από τους Πράσινους βλέποντας τα ποσοστά του να μειώνονται κατά 12%, παρά ταύτα οι Σοσιαλδημοκράτες βρέθηκαν στην τέταρτη θέση πίσω από το νεόκοπο ευρωσκεπτικιστικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το οποίο συγκέντρωσε το υπολογίσιμο 15%.  Έξι μήνες αργότερα, το CDUεπρόκειτο να ηττηθεί σε δύο ακόμη τοπικές εκλογές στο κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. Εκείνο το διάστημα, η αμφισβήτηση της μεταναστευτικής πολιτικής της καγκελαρίου από μεγάλο τμήμα της γερμανικής κοινής γνώμης, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα ανησυχητικά ποσοστά του ξενοφοβικού AfDέδειχναν να διαμορφώνουν ένα νέο σκηνικό. Ενδιαφέρον βέβαια παρουσίαζε το γεγονός ότι οι Σοσιαλδημοκράτες δεν μπόρεσαν ούτε τότε να κεφαλαιοποιήσουν αυτό το κλίμα προς όφελός τους.

Το 2017 ξεκίνησε με την ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Σοσιαλδημοκράτη πρώην προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, η οποία προς στιγμήν έδειξε να ταράσσει τα νερά και να θέτει εν αμφιβόλω την πρωτοκαθεδρία – έστω και με σοβαρές επιφυλάξεις – της Άγκελα Μέρκελ. Είναι ενδεικτικό ότι τον Μάρτιο του 2017 η δυναμική του νέου υποψηφίου λειτούργησε σε δημοσκοπικό επίπεδο με αποτέλεσμα τη διαφορά των δύο υποψηφίων να περιοριστεί κάτω από την μία μονάδα. Παρά ταύτα, όποτε τα δύο κόμματα βρέθηκαν αντίπαλα σε συνθήκες τοπικών εκλογών, μέσα στην περασμένη άνοιξη, (Σάαρλαντ, Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, Σλέσβιχ-Χόλσταϊν) οι Χριστιανοδημοκράτες είδαν τα ποσοστά τους να ενισχύονται σε αντίθεση με τους δεύτερους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι δεν κατάφεραν να αυξήσουν την επιρροή τους.

Αν συνεπώς η δυναμική της καγκελαρίου και του κόμματός της και η αδυναμία του Σούλτς να πείσει τους Γερμανούς ψηφοφόρους θεωρηθούν δεδομένα, το βασικό ερώτημα που τίθεται αφορά τους πιθανούς κυβερνητικούς συνασπισμούς. Το πιθανότερο σενάριο παραμένει η συγκρότηση για ακόμη μία φορά του λεγόμενου «Μεγάλου Σχηματισμού», μίας κυβέρνησης συνεργασίας δηλαδή των δύο μεγάλων κομμάτων CDU-SPD, σχήμα που επελέγη και μετά τις προηγούμενες εκλογές. Μία άλλη εναλλακτική για την Μέρκελ θα αποτελούσε μία κυβέρνηση συνεργασίας με τους Φιλελεύθερους όπως είχε κάνει και την περίοδο 2009-2013, κάτι όμως που θα εξαρτηθεί από την ισχύ των δύο κομμάτων και την δυνατότητά τους να καταλήξουν σε κοινή ατζέντα.

Σε κάθε περίπτωση, οι εκλογές της Γερμανίας συνιστούν εξαιρετικά σημαντική καμπή σε μία περίοδο ιδιαίτερων προκλήσεων για την πορεία της χώρας και της Ευρώπης συνολικά.

Θεοδώρα Τσιρογιάννη 

email