Ημ/νια δημοσίευσης: Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Υπάρχει προοπτική επίλυσης του Κυπριακού μετά το Σχέδιο Ανάν;

 

Αντώνης Κλάψης

Διδάκτορας Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

 

Όταν τον Απρίλιο του 2004 οι Έλληνες της Κύπρου απέρριψαν το Σχέδιο Ανάν, υπήρξαν πολλοί που προφήτευσαν ότι αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία για την επίλυση του Κυπριακού. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, η απόρριψη θα συνεπαγόταν τον οριστικό ενταφιασμό κάθε προοπτικής λύσης, ενώ ταυτόχρονα θα καταδίκαζε σε σχεδόν πλήρη διπλωματική απομόνωση την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία θα εμφανιζόταν ότι είχε τορπιλίσει την πρωτοβουλία του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ. Οι πιο απαισιόδοξες Κασσάνδρες έσπευσαν να συμπληρώσουν ότι η καταψήφιση του Σχεδίου Ανάν από την ελληνοκυπριακή πλευρά, την ίδια ώρα μάλιστα που η τουρκοκυπριακή το ενέκρινε πανηγυρικά, κινδύνευε να θέσει σε αμφισβήτηση ακόμα και την επικείμενη τότε ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.     

Οι δυσοίωνες προβλέψεις πολύ γρήγορα διαψεύστηκαν. Την 1η Μαΐου 2004 η Κύπρος έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενισχύοντας έτσι σημαντικά τη διεθνή της θέση και αποκτώντας ένα πρόσθετο πλεονέκτημα σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση του Κυπριακού. Λύση σε αντικατάσταση εκείνη που προβλεπόταν από το Σχέδιο Ανάν δεν βρέθηκε, ωστόσο η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί εγγύηση ότι καμία διευθέτηση δεν θα μπορεί να παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Τα οφέλη από την απόρριψη υπήρξαν για τους Ελληνοκύπριους πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που συνεπαγόταν η υιοθέτηση του Σχεδίου Ανάν, το οποίο αντί να θεραπεύει, μάλλον έτεινε να νομιμοποιεί τις συνέπειες των τετελεσμένων που με βίαιο τρόπο είχε επιβάλλει από το 1974 η Τουρκία στη μεγαλόνησο. 

Πάνω απ’ όλα, η καταψήφιση με ποσοστό άνω του 75% του Σχεδίου Ανάν από τους Έλληνες της Κύπρου διέσωσε το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί που διέθετε και εξακολουθεί να διαθέτει η ελληνοκυπριακή πλευρά: την επίσημη διεθνή αναγνώριση. Η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει η μόνη διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική οντότητα και η κυβέρνησή της η μόνη νόμιμη κυβέρνηση σε ολόκληρο το νησί, συμπεριλαμβανομένου και του κατεχόμενου βόρειου τμήματός του. Αυτός είναι και ο βασικότερος (αν όχι ο μοναδικός) λόγος για τον οποίο η Τουρκία μετά το 1974 διαπραγματεύθηκε και στο μέλλον θα αναγκαστεί και πάλι να διαπραγματευθεί μια συναινετική λύση στο Κυπριακό. Η Άγκυρα γνωρίζει καλά ότι χωρίς την υπογραφή της Λευκωσίας καμία διευθέτηση, πόσω μάλλον εκείνη που προέκυψε από τον Αττίλα, δεν θα είναι νομικά έγκυρη. 

Μια λύση τύπου Σχεδίου Ανάν έχει πια ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον διασφαλίσει πως η οποία λύση θα πρέπει να είναι συμβατή με το κοινοτικό κεκτημένο και κατά συνέπεια δεν θα είναι δυνατόν παρά αφενός να συνεπάγεται την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, και αφετέρου να προάγει την προστασία όλων των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς (έστω και με τις χρονικές δουλείες που ενδεχομένως να επιβάλλουν ορισμένες μεταβατικές διατάξεις) και εκείνων της ελεύθερης μετακίνησης και της απρόσκοπτης διαχείρισης της περιουσίας κάθε κατοίκου της Κύπρου. 

Μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού είναι εφικτή. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα προκύψει άμεσα και σίγουρα όχι άκοπα: κάθε άλλο. Πιθανότατα θα χρειαστεί αρκετός καιρός και οπωσδήποτε μεγάλες προσπάθειες ώστε να εξευρεθεί ένας αμοιβαία αποδεκτός συμβιβασμός. Η «μη λύση», δηλαδή η διαιώνιση του υφιστάμενου status quo στην Κύπρο, δεν μπορεί να αποτελεί στόχο της ελληνοκυπριακής πλευράς, καθώς ενέχει τον κίνδυνο διολίσθησης σε μια κατάσταση έστω και μερικής νομιμοποίησης των αποτελεσμάτων της εισβολής και της κατοχής. Με δεδομένο ότι ο χρόνος δρα υπέρ εκείνου που παίρνει πρωτοβουλίες, είναι προς το συμφέρον της Λευκωσίας να αναλάβει εκείνη τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαπραγματευτική διαδικασία. Μόνο έτσι θα μπορέσει να εκμεταλλευθεί τα πλεονεκτήματα που διαθέτει, στα οποία τα τελευταία χρόνια προστέθηκε και η ανακάλυψη σημαντικών ενεργειακών πηγών στα νότια της μεγαλονήσου. «Εάν είχα μία ώρα για να λύσω ένα πρόβλημα, θα ξόδευα 55 λεπτά για να σκεφτώ το πρόβλημα και 5 λεπτά για να σκεφτώ τη λύση του», είχε αποφανθεί ο Άλμπερτ Άινσταϊν. Στην περίπτωση του Κυπριακού, η ώρα της σκέψης έχει παρέλθει και έχει φθάσει πλέον η ώρα της λύσης.

 

 

 
email