banner
Ημ/νια δημοσίευσης: Τρίτη, 06 Μαΐου 2014

Γ.Κώτσηρας- «Ευρωσκεπτικισμός» και αντιευρωπαϊσμός: μια αναγκαία διάκριση

Όπως κάθε προηγούμενη, έτσι και η επικείμενη εκλογή για την ανάδειξη μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί ένα σύνθετο πολιτικό γεγονός. Γιατί ναι μεν ανάγεται εν τοις πράγμασι και επιδρά στα εγχώρια πολιτικά δεδομένα, πλην όμως αφορά εξ ορισμού την Ευρώπη και το μέλλον της ως ενιαίας πολιτικής κοινότητας. Είναι όμως δυστυχώς εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσον ο δημόσιος προεκλογικός διάλογος στην Ελλάδα ανταποκρίνεται στη διττή αυτή αναγκαιότητα και δεν εξαντλείται σε στείρα μικροκομματική αντιπαράθεση. Στην καλύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή δεν απουσιάζει παντελώς, επανέρχεται μόνο με τη μορφή της γνωστής μακροσκοπικής θεματικής για το ίδιο το μέλλον της Ένωσης.

Όσο γόνιμη όμως κι αν είναι μια τέτοια προβληματική, άλλο τόσο είναι και αποσπασματική, αν όχι παρελκυστική, όταν διεξάγεται με αρνητική προδιάθεση, παραγνωρίζοντας μια συντελεσμένη ωφέλιμη πραγματικότητα δεκαετιών. Όταν δηλαδή το ερώτημα δεν είναι η κατεύθυνση και το περιεχόμενο, αλλά η ίδια η αξία ή η αναγκαιότητα της διαδρομής, τότε νομίζω ότι συντελείται ένα «πισωγύρισμα» που αδικεί σημαντικές θεσμικές κατακτήσεις της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Μοιραία θα αναρωτηθεί κανείς αν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι αυτοσκοπός, μονόδρομος χωρίς επιστροφή. Ποια άραγε η σημασία της Ευρώπης, όταν δεν μπορεί να δώσει λύσεις στα μείζονα καθημερινά προβλήματα των εθνικών κοινωνιών, είναι η μόνιμη επωδός. 

Εδώ νομίζω ότι απάντηση δίνει η άρση μιας εννοιολογικής στρέβλωσης που είτε σοβεί ακούσια είτε εισάγεται τεχνηέντως στις εκτεταμένες αναφορές περί «ευρωσκεπτικισμού».

Τι άραγε περιγράφει ο όρος αυτός;

Όταν κάποιος προβληματίζεται ειλικρινά και κριτικά για το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος δεν αρνείται ούτε την ιστορική του αναγκαιότητα ούτε την πολιτική του βαρύτητα. Αντιθέτως, εκκινεί με αυτές τις αφετηρίες και εστιάζει στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών του ή στο βαθμό εμβάθυνσης, δηλαδή τη θεσμική μετεξέλιξή του. Αυτή η οπτική δεν είναι και δεν πρέπει να εκληφθεί ως άρνηση, αλλά, αντιθέτως, ως αποδοχή της ευρωπαϊκής ιδέας.

Αν επομένως ο όρος του «ευρωσκεπτικισμού» χρησιμοποιείται για να περιγράψει το φαινόμενο του γνήσιου πολιτικού προβληματισμού για το μέλλον της Ένωσης, τότε οφείλουμε να δηλώσουμε όλοι «ευρωσκεπτικιστές». Γιατί το ευρωπαϊκό μέλλον πρέπει να το συνδιαμορφώσουμε και όχι να το αποδεχθούμε μοιρολατρικά. Τότε όμως ο όρος δεν ενέχει την παραμικρή αρνητική φόρτιση, ακριβώς γιατί περιγράφει το δέον.

Αν πάλι ταυτίζεται με τον αντιευρωπαϊσμό, την επί της αρχής δηλαδή άρνηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αισθάνομαι ότι οι εισηγητές του θα βρουν πολύ λιγότερους οπαδούς από αυτούς που επικαλούνται. Ελάχιστοι είναι όσοι απορρίπτουν συλλήβδην το όραμα, η συντριπτική πλειονότητα είναι εκείνη που διαπιστώνει δυστοκία στην πρόοδό του.

Το συμπέρασμα είναι ότι η ορολογική σύγχυση επιφέρει ουσιαστικό αποπροσανατολισμό, είτε γιατί παρουσιάζει το θετικό ως αρνητικό, είτε γιατί αποδίδει στο αρνητικό διαστάσεις που αυτό δεν έχει. Με τον τρόπο αυτό,  εμφανίζει την ευρωπαϊκή ιδέα απαξιωμένη στις συνειδήσεις μας, χωρίς όμως να είναι πραγματικά.

Στις Ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου καλούμαστε να επιβεβαιώσουμε ότι το πρωτόγνωρο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να αναβαπτίζεται και να ανακτά πολιτικό προσανατολισμό μέσα από τη δημοκρατική του νομιμοποίηση και με τη σταδιακή δημιουργία μιας ευρωπαϊκής συμμετοχικής πολιτικής συνείδησης. Στη διαδικασία αυτή, ο προβληματισμός είναι αναγκαίο δημιουργικό εργαλείο και όχι στείρα άρνηση.

Γιώργος Κώτσηρας, δικηγόρος, Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου Νομικής Σχολής Αθηνών, Υποψήφιος Ευρωβουλευτής ΝΔ

www.giorgoskotsiras.gr

 

email